Πρόεδρος ΣΕΒΕ: Οι ελληνικές εξαγωγές μπορούν να συνεχίσουν θετικά

image

«Η ενίσχυση των εξαγωγικών μας επιδόσεων θα επιτευχθεί αν παρθούν παράλληλα και κάποια μέτρα τα οποία θα ανακουφίσουν τους εξαγωγείς και τα προβλήματα που υπάρχουν», δήλωσε ο Κυριάκος Λουφάκης,

Ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος παρέμεινε ωστόσο αισιόδοξος ότι οι ελληνικές εξαγωγές θα συνεχίσουν να σημειώνουν ανοδική πορεία το 2017 «παρά τα σημαντικά προβλήματα που εξακολουθούν να υπάρχουν και που έχουν να κάνουν με την κακή φήμη της χώρας».

Ερωτηθείς αν υπάρχει τελικά αναπτυξιακό μέλλον στην Ελλάδα, ο κ. Λουφάκης  υποστήριξε ότι «η επίδοση των ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων τα χρόνια της κρίσης αποδεικνύει ότι μπορούμε να εξάγουμε» παρά τους αποθαρρυντικούς παράγοντες όπως η μη επιστροφή του πιστωτικού υπόλοιπου του ΦΠΑ, τονίζοντας ταυτόχρονα την επιτακτική ανάγκη στήριξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων καθώς «είναι αυτές που θα ενισχύσουν βραχυπρόθεσμα το ΑΕΠ και την ανάπτυξη της χώρας».

Μιλώντας για το θέμα του 5ου Συνεδρίου του ΣΕΒΕ, το οποίο πραγματοποιείται σήμερα στη Θεσσαλονίκη, ο κ. Λουφάκης είπε ότι «Το μεγαλύτερο πρόβλημα των ελληνικών εξαγωγών είναι η χαμηλή προστιθέμενη αξία τους», επισημαίνοντας τη σημασία της τυποποίησης των ελληνικών προϊόντων αλλά και των δικτύων διανομής.

Παράλληλα, δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στην επένδυση της Fraport στο αεροδρόμιο Μακεδονία αλλά και στην παραχώρηση του ΟΛΘ σε ιδιώτες, ενέργειες οι οποίες δημιουργούν «αυξημένες προσδοκίες στην επιχειρηματική κοινότητα», όπως σημείωσε.

Επιπλέον, αναφορικά με τα αγροτικά προϊόντα και τις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας, ο πρόεδρος του ΣΕΒΕ είπε ότι ώθησαν του Έλληνες εξαγωγείς σε νέες αγορές με τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων να σημείωνουν αύξηση κατά 6,6% σε ετήσια βάση το 2016 παρά το ρωσικό εμπάργκο. Ωστόσο, υπογράμμισε την ανάγκη δημιουργίας συμμαχιών (clusters) για την επιτυχημένη είσοδο σε μεγάλες ανταγωνιστικές αγορές, όπως αυτή της Κεντρικής Ευρώπης.

Ο κ. Λουφάκης μίλησε στη δημοσιογράφο της .gr, Άρια Κούτρα.

 

Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη:

Δηλώσατε πρόσφατα ότι αναμένετε να συνεχιστεί η ανοδική πορεία των ελληνικών εξαγωγών κατά το πρώτο τρίμηνο του 2017. Πιστεύετε ακόμα ότι είναι αυτό εφικτό μέσα στο δύσκολο οικονομικό περιβάλλον στο οποίο εξακολουθεί να βρίσκεται η χώρα μας;

Το α’ τετράμηνο του 2017 οι ελληνικές εξαγωγές αγαθών ανήλθαν σε 9,2 δις. έναντι 7,8 δις. το α’ τετράμηνο 2016, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 17,9%, ενώ χωρίς τα πετρελαιοειδή, η μεταβολή αυτή παρουσίασε αύξηση κατά 3,7%. Οι ελληνικές εξαγωγές κινήθηκαν σε θετικό επίπεδο τους πρώτες μήνες του 2017 παρά τα σημαντικά προβλήματα που εξακολουθούν να υπάρχουν και που έχουν να κάνουν με την κακή φήμη της χώρας, την έλλειψη ρευστότητας και την υπερβολική φορολόγηση. Συνεπώς, προσδοκώντας ότι η μακροοικονομική κατάσταση της χώρας δε θα επιδεινωθεί περαιτέρω, η συνέχιση της θετικής πορείας των εξαγωγών είναι εφικτή. Η ενίσχυση των εξαγωγικών μας επιδόσεων θα επιτευχθεί αν παρθούν παράλληλα και κάποια μέτρα τα οποία θα ανακουφίσουν τους εξαγωγείς και τα προβλήματα που υπάρχουν.

Η ελληνική αγορά ασφυκτιά λόγω και «στάσης πληρωμών» του ελληνικού δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα με πολλές επιχειρήσεις, κυρίως ΜμΕ, να οδηγούνται στο κλείσιμο. Τελικά υπάρχει αναπτυξιακό μέλλον στην Ελλάδα;

Είναι πραγματικότητα ότι η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα όπου οι εξαγωγικές επιχειρήσεις πληρώνουν πρόστιμο επειδή εξάγουν και αναφέρομαι στη μη επιστροφή του πιστωτικού υπολοίπου του ΦΠΑ, η οποία αποθαρρύνει τις επιχειρήσεις και ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες από το να εξάγουν. Παρ’ όλα αυτά, η επίδοση των ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων τα χρόνια της κρίσης αποδεικνύει ότι μπορούμε να εξάγουμε. Παράλληλα, η παραχώρηση του λιμανιού και του αεροδρομίου της Θεσσαλονίκης σε ιδιώτες επενδυτές είναι κινήσεις οι οποίες θα έχουν μέσο-μακροπρόθεσμα θετικές επιπτώσεις στην οικονομική κατάσταση της Θεσσαλονίκης και της Ελλάδας συνολικά. Αυτά είναι θέματα και μεταρρυθμίσεις που έγιναν και υπό την πίεση των δανειστών οι οποίοι προσδοκούν οφέλη από την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Βραχυπρόθεσμα όμως, η μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας εξαρτάται από τις υπάρχουσες επιχειρήσεις που παράγουν και εξάγουν. Το μείγμα πολιτικής που ακολουθείται με υπερβολική φορολόγηση και αύξηση των εισφορών, δημιουργεί τεράστια προσκόμματα σε αυτές τις επιχειρήσεις, καθώς τους αποστερεί ταλαντούχο ανθρώπινο δυναμικό και δυσχεραίνει το έργο τους. Προφανώς για τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων δεν υπάρχει η ίδια υποστήριξη από τη πλευρά των δανειστών. Στα πλαίσια μίας εθνικής πολιτικής, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα πρέπει να υποστηριχθούν, διότι είναι αυτές που θα ενισχύσουν βραχυπρόθεσμα το ΑΕΠ και την ανάπτυξη της χώρας.

Ποια είναι η προσδοκία σας για το 5ο εξαγωγικό συνέδριο που οργανώνετε στη Θεσσαλονίκη; Κεντρικό σας θέμα είναι η προστιθέμενη αξία των ελληνικών προϊόντων. Ποια βασικά σημεία θεωρείτε ότι θα πρέπει να βελτιώσουν οι Έλληνες παραγωγοί και εξαγωγείς για να αποκτήσουν μεγαλύτερη πρόσβαση σε περισσότερες αγορές;

Το μεγαλύτερο πρόβλημα των ελληνικών εξαγωγών είναι η χαμηλή προστιθέμενη αξία τους, γι’ αυτό ακριβώς το λόγο ο ΣΕΒΕ προχώρησε στη διοργάνωση του 5ου Export Summit με θέμα “Adding Value to Exports: Certification, Labelling, Packaging, Transport and Distribution Networks”. Στόχος του συνεδρίου είναι να αναδείξει όλες τις πτυχές των επιμέρους θεματικών ενοτήτων, οι οποίες αποτελούν τα κρίσιμα προστάδια της εξαγωγής, προσδίδουν προστιθέμενη αξία και διασφαλίζουν διεθνή ανταγωνιστικότητα στις επιχειρήσεις και στα προϊόντα τους. Σημαντικότατο παράγοντα προκειμένου να επιτευχθεί καλύτερη τιμή στα εξαγόμενα προϊόντα είναι η παρουσία τους, συνεπώς η συσκευασία και το labelling τους. Άλλωστε, όλοι γνωρίζουμε ότι τα ακριβά αρώματα πωλούνται σε όμορφες συσκευασίες. Επίσης η τυποποίησή τους είναι απαραίτητη, καθώς είναι μόνιμη απαίτηση των πελατών, ιδίως σε διεθνές επίπεδο, να παραλαμβάνουν πάντα το ίδιο προϊόν και φυσικά, η πιστοποίηση όλων των ανωτέρω. Ακριβώς αυτά είναι τα θέματα του συνεδρίου μας όπου οι ειδικοί θα αναλύσουν τις βέλτιστες πρακτικές και θα αναφερθούν σε επιτυχημένα παραδείγματα μέσα από την εμπειρία τους. Από την άλλη μεριά, τα δίκτυα διανομής είναι αυτά που παίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο και βοηθούν τα ελληνικά προϊόντα να φτάσουν στις τελικές αγορές με ένα λογικό κόστος. Ιδιαίτερα για την περιοχή της Βόρειας Ελλάδας, η έλευση της Fraport στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης και κυρίως η παραχώρηση του λιμανιού, δημιουργεί αυξημένες προσδοκίες στην επιχειρηματική κοινότητα, θέματα τα οποία θα συζητήσουμε στο τελευταίο μέρος του συνεδρίου.

Καθώς τα αγροτικά προϊόντα αποτελούν βασικό εξαγωγικό προϊόν για τη χώρα μας, θεωρείτε ότι οι κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας δημιουργούν πρόβλημα στους Έλληνες αγρότες; Βλέπετε κάποια λύση σε αυτή την κατάσταση;

Πραγματικά τα αγροτικά προϊόντα αποτελούν μία βασική εξαγωγική κατηγορία, καθώς για το 2016 ανήλθαν σε €5,8 δις έναντι €5,4 δις το 2015, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 6,6% σε ετήσια βάση, παρά το σημαντικό πρόβλημα που δημιουργεί το εμπάργκο της Ρωσίας. Η Ρωσία αποτελούσε τον 8ο εξαγωγικό προορισμό αγροτικών προϊόντων της Ελλάδας το 2013, ενώ το 2016 τον 29ο, καθώς η αξία των εξαγωγών μειώθηκε από €168 εκατ. το 2013 σε €38,2 εκατ. το 2016. Ο τρόπος που αντέδρασαν οι ελληνικές εξαγωγές ήταν να απευθυνθούν σε νέες αγορές με ευνοϊκότερο περιβάλλον όπως δείχνουν τα στοιχεία. Εν τούτοις, η διαφοροποίηση των εξαγωγικών αγορών σε κάποια προϊόντα όπως τα νωπά ροδάκινα, τα κεράσια, τα βερίκοκα και οι φράουλες, δεν είναι τόσο απλή και εύκολη και γι’ αυτό το εμπάργκο σαφέστατα δημιουργεί πρόβλημα σε κάποιους Έλληνες εξαγωγείς. Η αλλαγή όμως της εξαγωγικής μας στρατηγικής και η προώθηση των προϊόντων μας σε αγορές της κεντρικής Ευρώπης όπου τα ελληνικά προϊόντα έχουν χάσει τη μάχη από ισπανικά και ιταλικά αντίστοιχα, είναι εφικτή. Απαιτεί όμως μακροχρόνια προσπάθεια και δημιουργία συμμαχιών (clusters), προκειμένου να μπορέσουμε να πλησιάσουμε τόσο μεγάλες αγορές και να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις. Ο ΣΕΒΕ εργάζεται επί σειρά ετών για τη δημιουργία clusters και την ενίσχυση του αγροτικού τομέα.

Η ΕΕ προωθεί τα τελευταία χρόνια τη δημιουργία κοινού “labelling” για τα αγροτικά προϊόντα και τις τουριστικές υπηρεσίες. Μπορούν οι ελληνικές επιχειρήσεις να βγουν κερδισμένες από αυτό;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο τουρισμός και οι εξαγωγές συνδέονται άμεσα και φυσικά ένα κοινό labelling μπορεί να βοηθήσει. Αν δούμε βέλτιστες διεθνείς  πρακτικές και κοιτάξουμε τους ανταγωνιστές μας, θα δούμε ότι η Ιταλία προωθεί τα προϊόντα του αγροδιατροφικού της τομέα μέσω του παγκοσμίου δικτύου ιταλικών εστιατορίων. Προφανώς η Ελλάδα όντας τουριστική χώρα, όπου ένα σημαντικό μέρος της απόλαυσης των επισκεπτών μας αποτελεί και η εξαιρετική ελληνική κουζίνα, θα μπορούσε και θα έπρεπε να εκμεταλλευτεί τα ελληνικά προϊόντα. Βέβαια, αυτό δε γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη. Οι προσπάθειες του παρελθόντος δεν έχουν εκπληρωθεί αλλά υπάρχουν ακόμη πολλές προοπτικές οι οποίες με τις κατάλληλες ενέργειες μπορούν να γίνουν πράξη.

back to top

MORE TO READ