Μπορεί η ΕΕ να επιβιώσει από τον λαϊκισμό;

eu ripped flagΆλλη μία χρονιά, άλλη μία απειλή για την επιβίωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα καλά νέα είναι πως η μεγαλύτερη αναταραχή του 2016, η ψήφος της Βρετανίας υπέρ της εξόδου από την ΕΕ, φαίνεται διαχειρίσιμη. Η κακή είδηση είναι πως τόσο η Γαλλία όσο και η Ιταλία αντιμετωπίζουν την προοπτική ανάδειξης μιας λαϊκιστικής πολιτικής δύναμης φέτος. Οποιοδήποτε από τα δύο αποτελέσματα θα μπορούσε να σημάνει το τέλος της ΕΕ.

Η ΕΕ έχει γίνει τελευταία κύριος στόχος των λαϊκιστών. Το φαινόμενο επικράτησε αρχικά στην Ελλάδα, όπου ο αριστερός ΣΥΡΙΖΑ ανήλθε στην εξουσία τον Ιανουάριο του 2015. Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν προσπαθούσε να βγάλει την Ελλάδα από την ΕΕ, αλλά ήθελε περισσότερο μια καλύτερη συμφωνία με τους πιστωτές της χώρας, οι οποίοι είχαν επιβάλει δύσκολα μέτρα λιτότητας στους πολίτες της Ελλάδας.

Η προσέγγιση του ΣΥΡΙΖΑ αντικατόπτριζε σε μεγάλο βαθμό τη βούληση των πολιτών. Σε δημοψήφισμα τον Ιούνιο του 2015, οι ψηφοφόροι απέρριψαν καταιγιστικά μια συμφωνία που πρότειναν οι πιστωτές της Ελλάδας που θα σήμαινε περισσότερη λιτότητα. Ωστόσο, η αποδοχή από την κυβέρνηση μιας σε μεγάλο βαθμό ίδιας συμφωνίας λίγες ημέρες αργότερα, κέρδισε ευρεία στήριξη. Οι έλληνες ψηφοφόροι κατάλαβαν πως οι καλύτεροι όροι δεν άξιζαν να χάσουν τη συμμετοχή στην ευρωζώνη.

Αναμφίβολα, δε θεωρούσαν όλοι ότι η συμμετοχή στην ΕΕ αξίζει τη θυσία. Όμως υπήρχε ένα κλίμα πρακτικότητας στην λαϊκή κριτική κατά της ΕΕ, η οποία επικεντρωνόταν κυρίως σε αυτά που έκανε η ΕΕ, ιδιαίτερα στον οικονομικό τομέα. Για αυτόν τον λόγο η κριτική ήταν πιο έντονη στις χώρες που χτυπήθηκαν περισσότερο από την κρίση του ευρώ, ή που αντιμετώπισαν λιτότητα, ή, πιο πρόσφατα, αισθάνθηκαν παραμελημένες από τις εμπορικές συμφωνίες.

Αυτό δεν ισχύει πια. Ο δεξιόστροφος λαϊκισμός έχει κερδίσει απήχηση σε ισχυρές οικονομίες (Αυστρία) και σε χώρες όπου τα πλεονεκτήματα της συμμετοχής στην ΕΕ είναι αισθητά (Ουγγαρία και Πολωνία). Στη Γαλλία δεν υπήρξε ποτέ λιτότητα επιβεβλημένη από την ΕΕ. Ακόμη και ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ παραδέχτηκε πως οι δημοσιονομική κανόνες της ΕΕ δεν μπορούν να επιβληθούν στη Γαλλία, «επειδή είναι η Γαλλία».

Τώρα, οι λαϊκιστές επικεντρώνονται όχι σε αυτά που κάνει η ΕΕ, αλλά σε αυτά που αντιπροσωπεύει. Αντί να ρωτούν εάν η ΕΕ κάνει τους ανθρώπους πιο φτωχούς ή πιο πλούσιους, οι λαϊκιστές εστιάζουν σε πιο θεμελιώδες και ισχυρό ερώτημα: «Ποιοι είμαστε;».

Σε μια περίοδο μεγάλης κλίμακας μετανάστευσης, η μεταβολή δεν προκαλεί έκπληξη. Κοινωνίες που προσδιορίζονταν για χρόνια σύμφωνα με κοινά στοιχεία και πολιτισμό, τώρα πρέπει να υποφέρουν από τις συνέπειες της πολυπολιτισμικότητας. Για αυτόν τον λόγο οι περισσότεροι παρατηρητές των λαϊκιστών κομμάτων, ιδιαίτερα των δεξιών κομμάτων, έχουν εστιάσει στις συμπεριφορές απέναντι στους ξένους και τις μειονότητες.

Με τη στροφή προς την πολιτική ταυτότητας – ένα πεδίο που δεν υπάγεται ιδιαίτερα σε συμβιβασμούς – έχει έρθει και μια στροφή στις συμπεριφορές απέναντι στους δημοκρατικούς θεσμούς. Οι λαϊκιστές ηγέτες λειτουργούν με την υπόθεση πως η «λαϊκή βούληση» - όπως την ορίζουν οι λαϊκιστές – δε θα πρέπει να περιορίζεται θεσμικά. Αυτό αντιτίθεται στη θεμελιώδη αρχή της φιλελεύθερης δημοκρατίας: πως η ισχύς της πλειονότητας θα πρέπει να περιορίζεται, μεταξύ άλλων για να προστατεύσει τις μειονότητες, εκλογικές ή μη.

Τα όρια στη δύναμη μιας πλειονότητας επιτυγχάνονται συνήθως μέσω των λεγόμενων «ελέγχων και ισορροπιών», που συμπεριλαμβάνουν, για παράδειγμα, μια ανεξάρτητη δικαιοσύνη και απαίτηση ενισχυμένης πλειοψηφίας για την αλλαγή βασικών στοιχείων του πολιτικού συστήματος. Αυτού του είδους τα όρια συνήθως δουλεύουν, τουλάχιστον κατά κύριο λόγο. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, τρεις δικαστές του ανώτερου δικαστηρίου αποφάσισαν πως μόνο το Κοινοβούλιο – όχι η κυβέρνηση – μπορεί να πυροδοτήσει το Άρθρο 50 της Συνθήκης της Λισαβόνας, για την επίσημη διαδικασία εξόδου από την ΕΕ.

Όμως οι λαϊκιστές πολιτικοί ενοχλούνται από αυτού του είδους τους περιορισμούς. Ο ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν έχει όχι μόνο δηλώσει την προτίμησή του για μια «ανελεύθερη» δημοκρατία, έχει επίσης δουλέψει για να καταργήσει τους ελέγχους επί τις εξουσίας της κυβέρνησής του. Το ίδιο συμβαίνει και με τη λαϊκιστική κυβέρνηση της Πολωνίας, όπου ο de facto αρχηγός, Γιάροσλαβ Καζίνσκι, δεν έχει καν επίσημη θέση στην κυβέρνηση.

Δεδομένης της περιφρόνησής τους για ανεξάρτητους θεσμούς, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί οι λαϊκιστές αντιτίθενται στην ΕΕ, η οποία είναι κατά κάποιον τρόπο η πεμπτουσία της φιλελεύθερης δημοκρατίας: διέπεται από απρόσωπους κανόνες, και όχι από την πλειοψηφία της στιγμής, με τις περισσότερες αποφάσεις να προϋποθέτουν είτε ενισχυμένη πλειοψηφία είτε ομοφωνία. Για τους λαϊκιστές, η ΕΕ αντιπροσωπεύει σημαντικά επιπλέον εμπόδια που είναι ακόμη πιο δύσκολο να ξεπεραστούν από τους εγχώριους ελέγχους. Αυτό την κάνει πρόβλημα.

Υπό μια διαφορετική έννοια, ωστόσο, η ΕΕ υποφέρει από ανεπαρκή δημοκρατία: όπως συνηθίζουν να υποδεικνύουν οι λαϊκιστές, οι ηγέτες της στις Βρυξέλλες δεν είναι εκλεγμένοι. (Οι λαϊκιστές χρησιμοποιούν παρόμοια επιχειρήματα για να αρνηθούν την νομιμότητα των εθνικών δικαστηρίων, για παράδειγμα.)

Η πραγματικότητα, φυσικά, είναι πως οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις και κοινοβούλια αναδεικνύουν τους ηγέτες και γραφειοκράτες της ΕΕ (και τους ανεξάρτητους δικαστές), ακριβώς για να θέσουν όρια στην πλειοψηφία της στιγμής και σε μελλοντικές κυβερνήσεις. Όμως οι λαϊκιστές αναδιαμορφώνουν την αντίληψη των ακολούθων τους για αυτό το σύστημα, δηλώνοντας πως αυτού του είδους οι αξιωματούχοι αποτελούν μέρος της «ελίτ», επιλεγμένοι από άλλα μέλη της ελίτ για να αψηφήσουν τη βούληση του λαού.

Υπάρχουν ελάχιστα που μπορούν να κάνουν οι κατεστημένοι πολιτικοί, πόσο μάλλον οι αξιωματούχοι της ΕΕ, για να αντιμετωπίσουν αυτό το αφήγημα. Κάποιοι εθνικοί πολιτικοί ενδίδουν στις λαϊκές πιέσεις, υιοθετώντας τη ρητορική – και ακόμη και το πρόγραμμα – των λαϊκιστών αντιπάλων τους. Όμως η ΕΕ δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο, χωρίς να προκαλέσει ουσιαστικά την καταστροφή της.

Όταν το πρόβλημα ήταν αυτά που έκανε η ΕΕ, υπήρχε μια απλή λύση: η ΕΕ μπορούσε να αλλάξει προσέγγιση στα οικονομικά ζητήματα. Και πράγματι, η Κομισιόν έχει ουσιαστικά εγκαταλείψει τη λιτότητα. Παρομοίως, η νέα εμπορική συμφωνία της ΕΕ με τον Καναδά, η οποία υπογράφηκε τον Οκτώβριο, πραγματοποιήθηκε μόνο ύστερα από ενδελεχείς συμβιβασμούς.

Όμως η ΕΕ δεν μπορεί να αλλάξει αυτό που αντιπροσωπεύει. Δεν μπορεί να δεχτεί, πόσο μάλλον να υιοθετήσει, πως η ιδέα των ελέγχων και των ισορροπιών αποτελεί εμπόδιο για την πρόοδο, πως οι ξένοι απειλούν τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής. Δεν μπορεί να προσφέρει τις ριζοσπαστικές, αδύνατες ή ανελεύθερες λύσεις που χρησιμοποιούν οι λαϊκιστές για να κερδίσουν υποστήριξη. Η ΕΕ θα πρέπει να παραμείνει προπύργιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας, με όλους τους μη ελκυστικούς αλλά απαραίτητους κανόνες και διαδικασίες.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, αυτή η βραδυκίνητη ενσωμάτωση της πολυεπίπεδης δημοκρατίας και ανοιχτής οικονομίας δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις μεγαλόπνοες υποσχέσεις των λαϊκιστών. Όταν οι λαϊκιστές δεν καταφέρουν να τις εκπληρώσουν, ωστόσο, ο κόσμος θα τρέξει πίσω στην ΕΕ. Το μόνο που ελπίζει κανείς είναι πως θα υπάρχει ακόμη μια ΕΕ να τους περιμένει.    

back to top

MORE TO READ...

MORE TO READ