Καταθέσεις: Οι τράπεζες ψάχνουν «αφορμές» για μειώσεις επιτοκίων

«Καλό θα ήταν να κλείσετε τα χρήματά σας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από αυτό του τριμήνου, γιατί όλες οι προβλέψεις λένε πως τα επιτόκια των προθεσμιακών καταθέσεων θα μειωθούν ακόμη περισσότερο μέσα στη χρονιά».

Αυτή ήταν η συμβουλή διευθυντή τραπεζικού καταστήματος σε μεγάλο πελάτη, ο οποίος είδε την προθεσμιακή του κατάθεση (γύρω στα διακόσιες χιλιάδες ευρώ) να τοκίζεται τις πρώτες μέρες της φετινής χρονιάς με επιτόκιο 0,4%, έναντι 0,5% που είχε λάβει δώδεκα μήνες ενωρίτερα.

Η ουσία είναι πως οι τράπεζες δείχνουν αποφασισμένες να μειώσουν φέτος όσο περισσότερο μπορούν τα επιτόκια όλων των καταθετικών λογαριασμών -ταμιευτηρίου και προθεσμιακών- εξαντλώντας κάθε περιθώριο, καθώς:

• Όσο διαρκεί το καθεστώς κεφαλαιακών ελέγχων (capital controls) δεν αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό από τράπεζες άλλων χωρών για το «παλαιό χρήμα». Επιπλέον, τα καταθετικά επιτόκια στις χώρες του «Ευρωπαϊκού Βορρά» είναι αρνητικά.

• Προσπαθούν να εξοικονομήσουν πόρους, προκειμένου να καλύψουν το αποτέλεσμα από τις προβλεπόμενες μειώσεις στα επιτόκια χορηγήσεων (ιδίως στους πολύ ισχυρούς και στους πλέον αδύναμους δανειολήπτες).

• Επιδιώκουν να αυξήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τη λειτουργική τους κερδοφορία, έτσι ώστε μέσα στην επόμενη πενταετία να δημιουργήσουν ένα «μαξιλάρι» γύρω στα 12-15 δισ. ευρώ, το οποίο θα καλύψει ως ένα βαθμό τις απαραίτητες διαγραφές μη εξυπηρετούμενων δανείων τους.

«Οι μειώσεις θα αφορούν και τα επιτόκια του “νέου χρήματος”. Όσοι φέρνουν σήμερα μετρητά στις τράπεζες έχουν μικρότερες αποδόσεις σε σχέση με το 2016 και πολύ πιθανόν οι αποδόσεις αυτές να γίνουν ακόμη χαμηλότερες σε λίγους μήνες» εκτιμά στέλεχος της αγοράς.

Αν τώρα, οι πελάτες θέλουν «κάτι παραπάνω» στην απόδοση των καταθέσεών τους τότε θα πρέπει, ή να διευρύνουν το χρονικό τους ορίζοντα δέσμευσης για πάνω από ένα έτος, ή/και να λάβουν προϊόντα εγγύησης του κεφαλαίου, όπου η όποια υπεραπόδοση:

α) Δεν είναι βέβαιη, αλλά εξαρτάται από την πορεία προκαθορισμένων δεικτών.

β) Δεν θα την πληρώσει η τράπεζα, αλλά οι αγορές κεφαλαίου και χρήματος.

Τέλος, οι όποιες (αφορολόγητες) προσφορές δίδονται στους καταθέτες με τη μορφή κουπονιών και «πόντων», είναι χρήματα που κατά ένα ποσοστό επιβαρύνουν τις συνεργαζόμενες επιχειρήσεις (πολιτική marketing που ακολουθούν) και κατά το υπόλοιπο αφορούν μέρος των προμηθειών που εισπράττουν οι τράπεζες προκειμένου να δώσουν τους πόντους αυτούς (π.χ. συναλλαγές μέσω καρτών και e-banking).

Σε κάθε περίπτωση πάντως, κοινό μυστικό είναι ότι οι τράπεζες… ψάχνουν να βρουν «αφορμές» για να προχωρούν σε σταδιακές μειώσεις καταθετικών επιτοκίων, έτσι ώστε οι όποιες αντιδράσεις να είναι όσο το δυνατόν περιορισμένες. Και αλήθεια είναι πως αυτή την περίοδο και κατά τους αμέσως επόμενους μήνες, αναμένεται να υπάρξουν αρκετές τέτοιες «αφορμές».

Η πρώτη είναι η μείωση της τρέχουσας απόδοσης (yield) των δεκαετών ελληνικών κρατικών ομολόγων κάτω από το ψυχολογικό φράγμα του 4%. Όσο χαμηλότερη είναι η συγκεκριμένη απόδοση, τόσο μικρότερος θεωρείται ο κίνδυνος της χώρας, άρα και των τραπεζών. Να σημειωθεί ότι πριν από δύο χρόνια τo αντίστοιχο «επιτόκιο» κυμαινόταν γύρω στο 7%.

Η δεύτερη αφορμή μπορεί να είναι η νέα έξοδος του Ελληνικού Δημοσίου στις αγορές ομολόγων, ιδίως αν αυτή συνδυαστεί με ένα καλό επιτόκιο. Μάλιστα, ο καθηγητής (και πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς) Χαράλαμπος Γκότσης, τόλμησε να προβλέψει στις 17 Δεκεμβρίου πως «η χώρα θα μπορέσει να βγει στις αγορές για να δανειστεί ίσως τον Γενάρη με αρχές Φλεβάρη με επιτόκια γύρω στο 3,5%-3,7%. Υπάρχει η αισιοδοξία ότι η Ελλάδα θα μπορεί να χρηματοδοτείται μόνο από τις αγορές από το καλοκαίρι του 2018, έχοντας ήδη αποκτήσει ένα μαξιλάρι ρευστότητας, μέχρις ότου καταλήξουν οι συζητήσεις για τη ρύθμιση του χρέους».

Και φυσικά, μια τρίτη συγκυρία στην οποία θα μπορούσαν να «πατήσουν» οι τράπεζες για περαιτέρω αποκλιμάκωση των καταθετικών επιτοκίων είναι η επικείμενη τυπική ολοκλήρωση της περιβόητης τρίτης αξιολόγησης μέσα στον Ιανουάριο. 

back to top

MORE TO READ