Kι εσένα τι σε νοιάζει ρε;

image

 

Είναι από εκείνες τις στιγμές της ζωής που σε «γονατίζει» η απογοήτευση και η απελπισία. Κάπου στην Αθήνα. Χοντρός «ταρίφας» (προσέξτε όχι ευπρεπής εργαζόμενος ή ιδιοκτήτης ταξί, που είμαι σίγουρος πως είναι η πλειονότητα του συμπαθούς κλάδου) πετάει ανερυθρίαστα έξω από το παράθυρο το άδειο πακέτο τσιγάρων, μαζί με ένα κουτάκι αναψυκτικού.

Μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι και τον ρωτάω στο φανάρι που μας έπιασε, όσο πιό ήρεμα μπορώ και εννοείται στον πληθυντικό «δεν μπορούσατε να το πετάξετε σε έναν κάδο αργότερα;«. Η απάντηση εγγράφεται αυτομάτως στο νέο λεξικό εκφράσεων της Ελλάδας που σαπίζει εδώ και μιά τριακονταετία «κι εσένα τι σε νοιάζει ρε;». Φυσικά χωρίς να απαντήσω απομακρύνομαι με τη μηχανή μου, συνειδητοποιώντας γιά ακόμη μία φορά ότι «δεν έχουμε σωτηρία». Κανείς δεν νοιάζεται γιά τίποτα.

«Κι εσένα τι σε νοιάζει ρε;» σου απαντά κάποιος που ρυπαίνει τους δρόμους όλων μας. «Γιατί δικιά σου είναι η παραλία ρε;» μου είχε πει ένας άλλος προ ημερών όταν τον ρώτησα γιατί φεύγοντας άφησε το πλαστικό ποτήρι του καφέ στην άμμο. «Σε χτύπησα και κάνεις έτσι ρε;» με αποστόμωσε ένας παλαβός που πέρασε ξυστά δίπλα μου σε έναν παράνομο ελιγμό. Θα θυμάστε τον τζιπάτο με το πούρο σε προηγούμενο άρθρο που είχε παρκάρει πάνω σε ράμπα αναπήρων και όταν τον παρατήρησα με ρώτησε κτηνωδώς «βλέπεις αναπήρους να κυκλοφορούν ρε;»

Οι ψυχίατροι ονομάζουν αυτή την κατάσταση «διπλό αδιέξοδο» (double bind). Τόσο οι πολίτες, όσο και το κράτος αδιαφορούν. Και τα στραβά κι ανάποδα πληθαίνουν σε αυτή την τριτοκοσμική χώρα. Ο νόμος της ζούγκλας κυριαρχεί στην καθημερινότητα. Η απανθρωπιά θεριεύει. Οι τελευταίοι θύλακες αντίστασης στην ευτέλεια και την αγένεια καταρρέουν.

Ωστόσο ξέρω ότι υπάρχουν ακόμη κανονικοί άνθρωποι που προβληματίζονται όπως εγώ. Δεν θέλουν αυτή την Ελλάδα και αγανακτούν. Φοβούνται τα άγρια πρόσωπα και τις υλακές που πληθαίνουν γύρω μας.Μπορώ κάτι τέτοιες στιγμές να μη θυμηθώ αυτόν τον σοφό μέθυσο, τον σπουδαίο συγγραφέα Τσαρλς Μπουκόφσκι που έλεγε «ευχήσου να ήσουν γιά μιά στιγμή αλλού. Σ΄εκείνο το «εκεί» που τόσο σου έχει λείψει».

Εύχομαι λοιπόν, να μπορούσα να ξαναζήσω στη χώρα που γεννήθηκα, έπαιξα ως παιδί, πήγα σχολείο, σπούδασα κι έπιασα δουλειά. Μέχρι εκεί. Από εκεί και πέρα άρχισε « να χάνεται η μπάλα». Από τα τέλη της δεκαετίας του 80΄κάθε χρόνος και χειρότερος. Και πάτος δυστυχώς δεν υπάρχει…

Γι’ αυτό στις καλοκαιρινές ημέρες που απομένουν, ας σπρώξουμε στο πέλαγος το «βαρκάκι» της ψυχής μας. Και ας χαρούμε λίγο ακόμη. Ας ξεχαστούμε λίγο ακόμη. Ας ελπίσουμε λίγο ακόμη.

Πριν «παραδοθούμε» στο γλυκό φθινόπωρο.

back to top

MORE TO READ