Image default
EUROPE

Έρευνα διαΝΕΟσις: Τι Πιστεύουν oι Μετανάστες

Σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, από τις αρχές του 2014 μέχρι το τέλος του 2019 περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι διέσχισαν τη Μεσόγειο αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον στην Ευρώπη. Η προσφυγική κρίση των προηγούμενων χρόνων, ωστόσο, έκανε απλά πιο πιεστικό και έντονο ένα φαινόμενο που προϋπήρχε. Μεταναστευτικές ροές και προσφυγικά κύματα υπήρχαν και στο παρελθόν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν και στο μέλλον, όσο υπάρχει φτώχεια και πόλεμοι στον κόσμο.

Η χώρα μας τα τελευταία χρόνια υπήρξε σημείο εισόδου μεταναστών και προσφύγων, κυρίως από τις χώρες της Μέσης Ανατολής, της Ασίας και της Αφρικής. Δεν ήταν η πρώτη φορά που γινόμαστε χώρα υποδοχής. Τη δεκαετία του ’90, μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης, εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες είχαν εισρεύσει στη χώρα αναζητώντας δουλειά και μια καλύτερη ζωή. Τότε, αντίθετα με τώρα, οι μετανάστες δεν προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τον πόλεμο. Τότε, αντίθετα με τώρα, οι μετανάστες αντιμετώπιζαν την Ελλάδα ως τελικό προορισμό και όχι ως προσωρινό σταθμό. Εκατοντάδες χιλιάδες από εκείνους ζουν ακόμη εδώ.

Η διαΝΕΟσις μελετάει το θέμα της μετανάστευσης εδώ και μερικά χρόνια, αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για ένα πολύπλοκο φαινόμενο που απασχολεί πολύ τους Έλληνες πολίτες και το πολιτικό μας σύστημα, χωρίς ωστόσο να είναι καλά γνωστές όλες οι πτυχές του, πολλά από τα πραγματικά στοιχεία που το περιγράφουν, ή επιτυχημένες πολιτικές διαχείρισής του από άλλες χώρες. Σήμερα δημοσιεύουμε τα αποτελέσματα και τα βασικά συμπεράσματα δύο νέων ερευνών που διενεργήθηκαν μέσα στο 2019 και φέρνουν στο φως χρήσιμα δεδομένα για τη μετανάστευση στην Ελλάδα σήμερα. Η πρώτη διεξήχθη σε συνεργασία με το γερμανικό ίδρυμα Hanns Seidel και την εταιρεία ερευνών Marc τον Φεβρουάριο του 2019 σε πανελλαδικό δείγμα 1.000 ατόμων, και στοχεύει στη χαρτογράφηση των πεποιθήσεων των Ελλήνων για το θέμα. Η δεύτερη διεξήχθη το διάστημα Φεβρουρίου-Απριλίου του 2019 από ομάδα ερευνητών υπό το συντονισμό της Επικ. Καθηγήτριας Συγκριτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Λάιντεν Βασιλικής Τσαγκρώνη και του Επικ. Καθηγητή Σπουδών Παγκοσμιοποίησης στο Πανεπιστήμιο του Μπράιτον Βασίλη Λεοντίτση, σε συνεργασία με την εταιρεία ερευνών ΚΑΠΑ Research σε ένα δείγμα 800 νέων και παλαιότερων μεταναστών που ζουν στη χώρα μας. Πρόκειται για μια έρευνα που δεν έχει ξαναγίνει σε τέτοια κλίμακα, καθώς καταγράφει τις απόψεις και τις στάσεις τόσο μεταναστών και προσφύγων που έφτασαν πρόσφατα εδώ, όσο και μεταναστών από παλαιότερα μεταναστευτικά κύματα, που ζουν στη χώρα μας εδώ και πολλά χρόνια. Είναι σημαντικό να ακούσουμε και τη δική τους φωνή. Πώς έχουν ενσωματωθεί στην κοινωνία μας οι παλαιότεροι μετανάστες; Πώς βλέπουν τη ζωή τους εδώ, και πώς οραματίζονται το μέλλον; Πόσο διαφέρουν από αυτούς οι νέοι μετανάστες και οι πρόσφυγες; Τι ζητούν από την ελληνική Πολιτεία και κοινωνία; Οι ερευνητές καταγράφουν και αναλύουν τα αποτελέσματα και, επιπλέον, συγκεντρώνουν στοιχεία από περίπου 50 επιστημονικές μελέτες, αποτυπώνουν την πραγματική εικόνα του φαινομένου σήμερα και καταλήγουν σε μια σειρά από προτάσεις πολιτικής και καλές πρακτικές από το εξωτερικό.

Μπορείτε να διαβάσετε όλα τα αποτελέσματα της έρευνας για τους νέους και παλαιούς μετανάστες εδώ, και την έκθεση της ερευνητικής ομάδας που αναλύει τα αποτελέσματα και προτείνει λύσεις εδώ.

Παρακάτω θα δούμε μια σύνοψη των βασικών συμπερασμάτων που προκύπτουν από αυτές τις ερευνητικές προσπάθειες.

1. Το «μεταναστευτικό πρόβλημα» σήμερα

Σήμερα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση το ποσοστό των μεταναστών (πολιτών χωρίς υπηκοότητα χώρας της Ε.Ε. που ζουν στην Ε.Ε.) είναι μόλις 4,4%. Δεν είναι ένα μεγάλο ποσοστό. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια ο δημόσιος διάλογος διεθνώς κυριαρχείται από το θέμα της μετανάστευσης το οποίο συζητείται σχεδόν αποκλειστικά με όρους επείγουσας κρίσης. Πράγμα που, βεβαίως, σχετίζεται με τις προσφυγικές ροές του 2015.

Η «προσφυγική κρίση» για την παγκόσμια κοινή γνώμη ξεκίνησε, ουσιαστικά, με το τραγικό ναυάγιο στη Λαμπεντούζα της Ιταλίας στις 19 Απριλίου του 2015, όταν 700 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Ακολούθησε μια έκτακτη σύνοδος κορυφής στην Ε.Ε., η εκπόνηση ενός σχεδίου αντιμετώπισης του φαινομένου από την Κομισιόν, ο πολλαπλασιασμός των ευρωπαϊκών κονδυλίων και η δημιουργία των πρώτων hotspots σε Ελλάδα και Ιταλία. Παρ’ όλη την αντίδραση της Ε.Ε., ωστόσο, οι ροές δεν σταματούσαν καθ΄ όλη τη διάρκεια εκείνου του δραματικού καλοκαιριού. Στις 2 Σεπτεμβρίου η φωτογραφία του μικρού Αϊλάν στην παραλία του Μποντρούμ συγκλόνισε ολόκληρο τον πλανήτη. Έντεκα ημέρες αργότερα, πέντε κράτη-μέλη της ζώνης Σένγκεν επέβαλαν διασυνοριακούς ελέγχους στα σύνορά τους. Η κρίση κορυφώθηκε τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, με 10.000 ανθρώπους να περνούν τα ελληνικά σύνορα κάθε μέρα. Το Μάρτιο του 2016, οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων έκλεισαν τα σύνορά τους και η δίοδος των προσφύγων προς την Ευρώπη έπαψε να λειτουργεί. Στις 18 του ίδιου μήνα, η Ε.Ε. και η Τουρκία υπέγραψαν μια αμφιλεγόμενη κοινή δήλωση (όχι επίσημη συμφωνία) σύμφωνα με την οποία όλοι οι πρόσφυγες και μετανάστες που θα φτάνουν στα ελληνικά νησιά από την Τουρκία θα επαναπροωθούνται, με αντάλλαγμα σημαντική οικονομική βοήθεια για την Τουρκία. Παράλληλα, για κάθε Σύρο που επιστρέφει στην Τουρκία, η Ε.Ε. θα αναλαμβάνει τη μετεγκατάσταση ενός άλλου Σύρου σε χώρα της Ε.Ε. Το κλείσιμο των συνόρων και η κοινή δήλωση είχαν σαν αποτέλεσμα την κατακόρυφη μείωση των ροών από την Τουρκία και το τέλος της μεγάλης «προσφυγικής κρίσης».

Εν τω μεταξύ, όμως, στη χώρα μας έμειναν μερικές δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι. Βεβαίως, δεν είναι οι μόνοι μετανάστες που ζουν στη χώρα. Κάθε άλλο. Σήμερα στην Ελλάδα βρίσκονται περίπου 580.000 νόμιμοι μετανάστες, οι οποίοι ζουν κυρίως στα αστικά κέντραΑυτοί που ήρθαν μετά το 2015 και έχουν μείνει εδώ εκτιμάται πως φτάνουν τους 50-70.000 -οι αιτήσεις ασύλου που εκκρεμούσαν ως και τα τέλη του 2018 έφταναν τις 67.000.

Πάνω από τους μισούς νέους πρόσφυγες (35.000) είναι γυναίκες και παιδιά. Σύμφωνα με τη UNICEF τα παιδιά είναι 27.000, ενώ σύμφωνα με την καταγραφή της Ύπατης Αρμοστείας για τους Πρόσφυγες το Σεπτέμβριο του 2019, ο ακριβής αριθμός των ασυνόδευτων παιδιών ήταν 4.616.

Από τους πρόσφυγες που βρίσκονται σήμερα στην Ελλάδα 11.400 ζουν στα πέντε hotspots (ο ελληνικός όρος είναι «Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης» – ΚΥΤ) που υπάρχουν στη Λέσβο, τη Σάμο, την Κω, τη Χίο και τη Λέρο, 2.000 στο προσφυγικό κέντρο Κάρα Τεπέ στη Λέσβο και σε σπίτια στα 5 νησιά του Αιγαίου, 20.000 ζουν σε δομές υποδοχής στην ηπειρωτική Ελλάδα (Ανδραβίδα, Σκαραμαγκάς κ.ά.), 25.000 ζουν σε ξενοδοχεία ή διαμερίσματα, ή φιλοξενούνται από ελληνικές οικογένειες ή ΜΚΟ, ενώ ένας άγνωστος αριθμός διαμένει σε παράνομους καταυλισμούς («Ελαιώνας» Μόριας κ.α.) ή σε καταλήψεις.

Αυτή δεν είναι μια λειτουργική ή βιώσιμη κατάσταση. Τα hotspots, ειδικά της Λέσβου και της Σάμου, είναι ακατάλληλα για τη στέγαση τόσων ανθρώπων, τα κρούσματα βίας είναι συχνά, ευάλωτες ομάδες όπως τα ηλικιωμένα άτομα, οι γυναίκες ή οι ασυνόδευτοι ανήλικοι μένουν χωρίς υποστήριξη, οι συνθήκες υγιεινής είναι απαράδεκτες και η πρόσβαση για δημοσιογράφους ή ερευνητές που θέλουν κα καταγράψουν ή να αξιολογήσουν την κατάσταση είναι προβληματική. Στο hotspot της Μόριας, που είναι σχεδιασμένο για να φιλοξενεί 3.100 ανθρώπους, σήμερα υπολογίζεται ότι ζουν πολύ περισσότεροι -κάποιοι υπολογισμοί αναφέρουν τον ιλιγγιώδη αριθμό των 14.000, δηλαδή περισσότεροι από όλους τους ανθρώπους που, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, ζουν σε όλα τα hotspot μαζί. Στον δε παράτυπο καταυλισμό που υπάρχει δίπλα στο hotspot υπολογίζεται ότι ζουν άλλοι 2.000 σε σκηνές, αντίσκηνα και αυτοσχέδια καταφύγια. Οι άνθρωποι αυτοί ζουν μέσα στα σκουπίδια και τις λάσπες, εκτεθειμένοι στο κρύο και τα φυσικά φαινόμενα, σε απελπιστικές συνθήκες υγιεινής, συχνές καταγγελίες για διακίνηση ναρκωτικών, βιασμούς και πορνεία, με πολλούς να υποφέρουν από σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, με συχνές απόπειρες αυτοκτονίας και περιστατικά αυτοτραυματισμών.

­

Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να σημειωθεί η στάση των Ελλήνων απέναντι στο φαινόμενο. Είναι γνωστό ότι η ελληνική κοινωνία δεν είναι θετική απέναντι στο φαινόμενο της μετανάστευσης. Στην έρευνα που εκπονήσαμε σε συνεργασία με το ίδρυμα Hanns Seidel και την εταιρεία ερευνών Marc στις αρχές του 2019 (μπορείτε να βρείτε όλα τα αποτελέσματα της έρευνας σε αυτό το αρχείο), μολονότι οι Έλληνες αξιολογούσαν το μεταναστευτικό ως πέμπτο σημαντικότερο πρόβλημα (πίσω από την οικονομία, την ανεργία, την ασφάλεια και το τότε επίκαιρο θέμα της συμφωνίας των Πρεσπών), παρ’ όλα αυτά εξέφραζαν αρκετά σαφείς και έντονες απόψεις γι’ αυτό.

Για παράδειγμα, το 56% των ερωτηθέντων πιστεύουν ότι ο αντίκτυπος της ύπαρξης μεταναστών στην ελληνική οικονομία είναι αρνητικός. Το 58% θεωρούν ότι η παρουσία μεταναστών στην Ελλάδα «αποτελεί κίνδυνο αλλοίωσης της εθνικής μας ταυτότητας«. Το 79% πιστεύουν ότι η παρουσία των μεταναστών δεν συμβάλλει στην επίλυση του δημογραφικού. Το 53% πιστεύουν ότι η παρουσία τους αυξάνει την εγκληματικότητα.

3 στους 4 θεωρούν ότι οι μετακινήσεις των προσφύγων προς την Ελλάδα είναι ένα φαινόμενο μονιμότερο και όχι προσωρινό, και μάλιστα το 54% πιστεύουν ότι στο μέλλον θα έρχονται περισσότεροι πρόσφυγες και μετανάστες. Σχεδόν 40% δεν γνωρίζουν τη συμφωνία Τουρκίας – Ε.Ε. για τη μείωση των μεταναστευτικών ροών, κι από αυτούς που τη γνωρίζουν, το 80% τη θεωρούν αναποτελεσματική.

Τέτοια αποτελέσματα δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Το 60% των Σουηδών δηλώνουν σε αντίστοιχες έρευνες ότι δεν θέλουν περισσότερους μετανάστες στη χώρα τους. Εξάλλου, σε άλλη έρευνα της διαΝΕΟσις το 2016, κατά την κορύφωση της προσφυγικής κρίσης, εμφανίστηκαν και έντονα αισθήματα αλληλεγγύης στις απαντήσεις. Τότε, το 80% των ερωτηθέντων δήλωσαν πως νιώθουν «πολλή» ή «αρκετή» συμπάθεια για τους πρόσφυγες. Στην έρευνα του 2019, στην ερώτηση για το αν «υπάρχει επαρκής μέριμνα της πολιτείας για την ενσωμάτωση προσφύγων που δικαιούνται άσυλο», ένα 64% απάντησε πως όχι. Το 68% θεωρεί τις συνθήκες στη Μόρια της Λέσβου, τη Σάμο και στα άλλα κέντρα καταγραφής και διαμονής «κακές» ή «πολύ κακές». Από αυτούς που έχουν ακούσει για τον ρόλο των ΜΚΟ στα hotspots, περίπου οι μισοί κρίνουν τη συνεισφορά τους σε ανθρωπιστικά ζητήματα ως «αρνητική» ή «πολύ αρνητική», ενώ η πλειοψηφία θεωρούν ότι τα ευρωπαϊκά κονδύλια κατασπαταλούνται. Βεβαίως, και στην έρευνα του 2016 η πλειοψηφία (55%ήταν κατά της μόνιμης εγκατάστασης προσφύγων στην Ελλάδα.

Πρόσφυγες και μετανάστες, ωστόσο, θα μείνουν στην Ελλάδα. Όχι μόνο επειδή αυτό περιλαμβάνεται σε συμφωνίες που δεσμεύουν την κυβέρνηση της χώρας μας, αλλά επειδή το φαινόμενο της μετανάστευσης δεν θα εξαφανιστεί με κάποιο μαγικό τρόπο και, επιπλέον, επειδή εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες ζουν ήδη στην Ελλάδα.

Αξίζει τον κόπο να μάθουμε μερικά πράγματα για το πώς σκέφτονται οι ίδιοι.

2. Τι Πιστεύουν Οι Μετανάστες

Την άνοιξη του 2019 η ΚΑΠΑ Research πραγματοποίησε προσωπικές συνεντεύξεις με 800 μετανάστες που ζουν στη χώρα μας για χρονικό διάστημα που κυμαίνεται «από εδώ και λίγους μήνες» μέχρι «εδώ και πολλές δεκαετίες, από τέσσερις διαφορετικές εθνοτικές ομάδες: 171 Αλβανούς με μέσο χρόνο διαμονής στην Ελλάδα τα 22 χρόνια, 202 Γεωργιανούς με μέσο όρο διαμονής τα 11 χρόνια, 206 Αφγανούς με μέσο όρο διαμονής τους 20 μήνες και 205 Σύρους με μέσο όρο διαμονής τους 8 μήνες. Ο στόχος ήταν να εντοπιστούν διαφορές και ομοιότητες ανάμεσα σε διαφορετικούς πληθυσμούς μεταναστών. Πώς έχουν ενταχθεί στην κοινωνία μας αλβανικής καταγωγής πολίτες που ζουν εδώ πολλά χρόνια; Έχουν δουλειές, πλήρεις ζωές, οικογένεια; Πόσο διαφέρει η δική τους στάση και οι δικές τους απόψεις από τις απόψεις των προσφύγων που έφτασαν πιο πρόσφατα εδώ; Τι θέλουν οι μεν, τι αναζητούν οι δε; Είναι η πρώτη φορά που ένα τέτοιο δείγμα απαντά σε κοινό ερωτηματολόγιο, και οι απαντήσεις είναι αποκαλυπτικές.

Ενδεικτικά αξίζει να αναφέρουμε εδώ τα εξής βασικά συμπεράσματα:

Οι μετανάστες του μεταναστευτικού κύματος της δεκαετίας του ’90 φαίνεται να έχουν ενταχθεί επιτυχώς στην ελληνική κοινωνία και στην αγορά εργασίας. Δηλώνουν γενικά ικανοποιημένοι από τη ζωή τους, εμφανίζουν σχετικά χαμηλά ποσοστά ανεργίας. Αυτή η ένταξη, όμως, δεν οφειλόταν σε πολιτικές των ελληνικών κυβερνήσεων, σε μέτρα ή σε προγράμματα ένταξης. Επιτεύχθηκε κυρίως χάρη στη δική τους πρωτοβουλία και προσαρμοστικότητα. Έμαθαν μόνοι τους τη γλώσσα, έστησαν και αξιοποίησαν τα δικά τους κοινωνικά δίκτυα και, βεβαίως, εκμεταλλεύτηκαν την τότε οικονομική συγκυρία που τους επέτρεψε να βρουν καλές δουλειές και να προκόψουν.

Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες των τελευταίων χρόνων απέχουν πάρα πολύ από αυτό το επιτυχημένο μοντέλο. Ούτε αυτοί έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες ένταξης (μολονότι η στρατηγική της ελληνικής πολιτείας είναι ασφαλώς βελτιωμένη από τη δεκαετία του 1990), αλλά παράλληλα η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας πια δεν επιτρέπει αισιοδοξία. Τα επιπλέον εμπόδια της γλώσσας, της απομόνωσης από την κοινωνία, της μηδαμινής πρόσβασης στην αγορά εργασίας, δεν τους επιτρέπουν να οραματιστούν κανένα μέλλον στην Ελλάδα. Δεν εμφανίζουν καν το αίσθημα ατομικής ευθύνης για την ένταξή τους στην κοινωνία, κάτι που χαρακτήριζε τους παλαιότερους μετανάστες. Τελικά, οι νέοι μετανάστες αντιμετωπίζουν τη χώρα μας ως ένα σταθμό προς κάποιον άλλο προορισμό. Η μεγάλη πλειοψηφία τους δεν έχει καμία πρόθεση να παραμείνει στη χώρα μας και να ενταχθεί στην ελληνική κοινωνία.

Τα αποτελέσματα πιο αναλυτικά

Το δείγμα των 800 μεταναστών που συγκεντρώθηκε για τις ανάγκες της έρευνας αποτελείται από 52% γυναίκες και 48% άνδρες, αλλά στις διάφορες εθνότητες τα ποσοστά είναι διαφορετικά. Το 67% των Σύρων είναι άνδρες, για παράδειγμα, αλλά το 81% των Γεωργιανών είναι γυναίκες. Περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες (55%) είναι παντρεμένοι (72% στους Σύρους) και περίπου οι μισοί έχουν παιδιά τα οποία ζουν μαζί τους εδώ στην Ελλάδα. Οι πιο πρόσφατοι μετανάστες (για τις ανάγκες της σύνοψης αυτής θα τους αποκαλούμε «νέους» ή «νεότερους»), μάλιστα, έχουν σε μεγαλύτερο ποσοστό παιδιά (63,5%) από τους παλαιότερους (42%). «Η βασική απεικόνιση των προσφύγων της κρίσης του 2015 ως νέων, ανύπανδρων ανδρών δεν αντιστοιχεί στην εικόνα των ευρημάτων μας«, γράφουν οι ερευνητές

Όσον αφορά τη θρησκεία, σχεδόν όλοι οι Γεωργιανοί και το 64% των Αλβανών δηλώνουν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, ενώ η πλειοψηφία των Αφγανών και των Σύρων είναι μουσουλμάνοι (οι Σύροι σχεδόν ολοκληρωτικά Σουνίτες, οι Αφγανοί μοιρασμένοι). Παρ’ όλα αυτά, η μεγάλη πλειοψηφία ανεξαρτήτως θρησκεύματος (77% στο σύνολο) δήλωσαν ότι δεν λαμβάνουν ποτέ μέρος σε θρησκευτικές τελετές, ή συμμετέχουν σπάνια. Η θρησκεία μοιάζει να μην παίζει μεγάλο ρόλο στις ζωές τους.

Η μεγάλη πλειοψηφία των πρόσφατων μεταναστών ζουν σε κοντέινερ σε καταυλισμούς προσφύγων. Μόνο το 15% κατοικούν σε διαμερίσματα ή σπίτια. Αντίθετα, η συντριπτική πλειοψηφία των παλαιότερων μεταναστών ζουν σε σπίτια και μάλιστα χωρίς να τα μοιράζονται με άλλους (το 97% των Αλβανών ζουν σε δικό τους σπίτι).

Οι αλβανικής καταγωγής ερωτηθέντες του δείγματος, γενικότερα, δείχνουν να έχουν ενταχθεί υποδειγματικά στην κοινωνία μας. Περισσότεροι από τους μισούς, μάλιστα, έχουν λάβει την ελληνική υπηκοότητα -ένα 5% δεν έχουν καν διπλή υπηκοότητα, αλλά μόνο την ελληνική. Το υπόλοιπο μέρος του δείγματος, που διατηρούν μόνο την αλβανική υπηκοότητα, ζουν στη χώρα με νόμιμες άδειες παραμονής (δεκαετή, δεύτερης γενιάς ή μακράς διάρκειας). Αυτό το εύρημα είναι εντυπωσιακό, αν αναλογιστεί κανείς ότι τη δεκαετία του ’90, όταν οι περισσότεροι Αλβανοί μετανάστες έφτασαν στη χώρα μας, αποτελεσματικές διαδικασίες νόμιμης εισόδου δεν υπήρχαν -όλοι τους είχαν μπει στη χώρα παράνομα.

Ταυτόχρονα, όμως, οι Γεωργιανοί ερωτηθέντες εμφανίζουν διαφορετική εικόνα. Μόνο 4% έχουν ελληνική υπηκοότητα, μολονότι ζουν εδώ κατά μέσο όρο πάνω από 10 χρόνια.

Μελετώντας τις απαντήσεις των πρόσφατων και των παλαιότερων μεταναστών, μπορεί εύκολα κανείς να διακρίνει μερικές σημαντικές διαφορές. Για παράδειγμα, περισσότεροι από τους μισούς παλαιότερους μετανάστες (54%) έχουν πανεπιστημιακό πτυχίο, ενώ μόνο το 12% των νεότερων έχει -κι αυτοί στην πλειοψηφία τους (64%) δεν έχουν κάποιο έγγραφο που να βεβαιώνει την εκπαίδευσή τους.

Ο λόγος για τον οποίο ήρθαν στην Ελλάδα είναι μια άλλη αξιοσημείωτη διαφορά. Το 91% των νεότερων μεταναστών και προσφύγων (και σχεδόν όλοι οι Σύροι) δηλώνουν ως αιτία μετανάστευσης την «αποφυγή βίας», κάτι που δηλώνουν λιγότερο από το 20% των Αλβανών και λιγότερο από το 5% των Γεωργιανών. Το θέμα αυτό είναι πολύ σοβαρό και συχνά παραγνωρίζεται στο δημόσιο διάλογο, όπου κατά κανόνα όλοι, μετανάστες και πρόσφυγες, ανεξαρτήτως προέλευσης, θεωρούνται κάτι ενιαίο. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της οργάνωσης «Δράση για την Ένοπλη Βία» οι πρόσφυγες που ζητούν άσυλο στην Ελλάδα δηλώνουν ότι έχουν επηρεαστεί από περιστατικά εκρηκτικής βίας σε ποσοστό 78%. 75% από αυτούς έχουν βιώσει αεροπορικές επιδρομές, 69% έχουν βιώσει επιθέσεις με αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς, 53% δηλώνουν ότι έχει καταστραφεί το σπίτι τους, 83% έχουν βιώσει βομβαρδισμούς γενικότερα. Το προφίλ τους, οι ανάγκες τους, τα προβλήματά τους και τα κίνητρά τους είναι πολύ διαφορετικά από εκείνα των οικονομικών μεταναστών του 1990.

Η πλειοψηφία των νεότερων δηλώνουν, εξάλλου, ότι έφυγαν από τη χώρα τους για να αποφύγουν διώξεις, αλλά και για να χρησιμοποιήσουν την Ελλάδα «ως χώρα διέλευσης σε άλλο προορισμό της Ε.Ε.». Αντίθετα, οι περισσότεροι παλαιότεροι μετανάστες πράγματι δηλώνουν ότι τα κίνητρά τους ήταν άλλα: οι «προσδοκώμενες συνθήκες διαβίωσης» και η «αναζήτηση εργασίας» κυρίως. Η διαφορά είναι ξεκάθαρη. «Οι πρόσφατοι μετανάστες», γράφουν οι ερευνητές, «επιδεικνύουν χαρακτηριστικά βίαιου εκτοπισμού (…) Οι παλαιότεροι, αντίθετα, επιδεικνύουν χαρακτηριστικά συμβατά με την εθελοντική οικονομική μετανάστευση». Αυτό επιβεβαιώνεται και από το ότι περισσότεροι από τους μισούς πρόσφατους μετανάστες εργάζονταν στη χώρα τους πριν αναγκαστούν να φύγουν. Αντίθετα, μόνο ένας στους τρεις παλαιότερους μετανάστες εργάζονταν πριν φύγουν για την Ελλάδα.

Από την απάντηση της πλειοψηφίας των νεότερων μεταναστών που θεωρούν την Ελλάδα «χώρα διέλευσης», μπορεί κάποιος να μαντέψει και τις απαντήσεις τους ως προς τα μελλοντικά τους σχέδια. To 58% των Αφγανών και το 65% των Σύρων δηλώνουν πως σκοπεύουν να πάνε σε άλλη χώρα (σχεδόν όλοι σε ευρωπαϊκή χώρα) και μόνο 1 στους 4 δηλώνουν ότι θέλουν να μείνουν εδώ. Αυτό είναι κάτι που και οι Έλληνες πολίτες αντιλαμβάνονται. Στην έρευνα που κάναμε με την Marc και το ίδρυμα Hanns Seidel, στην ερώτηση για το αν οι πρόσφυγες «θέλουν να μείνουν ή να φύγουν σε άλλες χώρες της Ευρώπης» το 84% των ερωτηθέντων είχαν απαντήσει πως «θέλουν να φύγουν». «Δεδομένου πως οι ισχύουσες πολιτικές αλλά και το πολιτικό κλίμα στην Ευρώπη δεν το επιτρέπουν αυτό», σημειώνουν οι ερευνητές, «προκύπτουν σημαντικές προκλήσεις για την ένταξή τους στην Ελλάδα». Αντίθετα, περίπου 3 στους 4 παλαιούς μετανάστες δηλώνουν ότι το μέλλον τους είναι στη χώρα μας.

Πράγματι, οι πρόσφατοι μετανάστες δεν έχουν μπει ακόμα ούτε στην κοινωνική, ούτε στην επαγγελματική ζωή της χώρας μας. Μόλις το 9% εργάζεται, την ώρα που το 77%  των παλαιότερων μεταναστών αναφέρει πως έχει κάποια μορφή απασχόλησης. Έχει, πάντως, ενδιαφέρον ότι, ενώ το ποσοστό των άνεργων Αλβανών μεταναστών είναι κοντά στον εθνικό μέσο όρο (19%), το ποσοστό των άνεργων Γεωργιανών είναι εξαιρετικά χαμηλό (7%). Είναι αξιοσημείωτο, εξάλλου, το ότι τόσο οι νέοι όσο και οι παλαιότεροι μετανάστες που δουλεύουν βρήκαν τη δουλειά τους κυρίως μέσα από ανεπίσημα δίκτυα φίλων και γνωστών. Η μεγάλη πλειοψηφία και νέων και παλαιών δηλώνουν πως έχουν κάποιας μορφής κοινωνική ασφάλιση, ενώ πολύ υψηλά ποσοστά (πάνω από 80%) και των μεν και των δε δηλώνουν ικανοποιημένοι από το πώς αντιμετωπίζονται στην εργασία τους.

Όταν τους ρωτήσαμε, όμως, για τα βασικά εμπόδια που αντιμετωπίζουν όσον αφορά την ένταξή τους στην αγορά εργασίας, η συντριπτική πλειοψηφία των πρόσφατων μεταναστών δήλωσαν τη γλώσσα, κάτι που αποτελεί πρόβλημα μόνο για έναν στους τρεις παλαιούς. Τα υπόλοιπα εμπόδια (έλλειψη χρημάτων, πληροφόρησης ή εγγράφων σε σημαντικό βαθμό, σωματικές και ψυχικές δυσκολίες και πολιτισμικές διαφορές σε μικρότερο) τα αντιμετωπίζουν όλες οι εθνικότητες λίγο-πολύ το ίδιο, ένα άλλο, όμως, τις ρατσιστικές συμπεριφορές του γηγενούς πληθυσμού, μόνο οι Αλβανοί δηλώνουν πως το αντιμετωπίζουν σε μεγάλο ποσοστό.

Η αποστασιοποίηση των νέων μεταναστών από την κοινωνική και εργασιακή πραγματικότητα στη χώρα μας φαίνεται και στον παρακάτω πίνακα, στον οποίο καταγράφονται μια σειρά από παροχές και δυνατότητες, και το πόσο σημαντικές τις αξιολογούν οι μετανάστες από τις τέσσερις χώρες. Όπως φαίνεται γλαφυρά, αν και όλοι επιθυμούν να λάβουν μια άδεια παραμονής, πολύ λιγότεροι Αφγανοί ή Σύροι ενδιαφέρονται να ανοίξουν τραπεζικό λογαριασμό στη χώρα μας ή να εργαστούν. Ενώ 1 στους 4 Αλβανούς ή Γεωργιανούς φιλοδοξούν να ανοίξουν τη δική τους επιχείρηση στην Ελλάδα, μόνο το 12% των Αφγανών και το 8% των Σύρων δηλώνουν ότι ενδιαφέρονται για κάτι τέτοιο. Ενδιαφέρον εμφανίζει επίσης το χαμηλό ποσοστό των Γεωργιανών που ενδιαφέρονται να αποκτήσουν την ελληνική υπηκοότητα (μόνο 45%, έναντι 68% των Αφγανών και 82% των Αλβανών) καθώς και το πολύ χαμηλό ποσοστό των Αφγανών και των Σύρων που δηλώνουν ενδιαφέρον να συμμετάσχουν σε θρησκευτικές συναντήσεις (1 στους 3 Αφγανούς, 1 στους 5 Σύρους).

Οι νέοι μετανάστες, δε, φαίνεται ότι είναι πολύ λιγότερο ικανοποιημένοι από τη ζωή τους σε σχέση με τους παλαιότερους.

Η βασικότερη πηγή απογοήτευσης είναι, βεβαίως, η δουλειά τους -σχεδόν 90% των νέων μεταναστών δηλώνουν μη ικανοποιημένοι, πράγμα λογικό καθώς δεν εργάζονται. Τόσο οι νέοι όσο και οι παλαιοί μετανάστες, πάντως, δηλώνουν υψηλά ποσοστά ικανοποίησης για τη συμπεριφορά των Ελλήνων πολιτών απέναντί τους (πάνω από 65%). Στην ερώτηση για τα συναισθήματα που νιώθουν απέναντι στους Έλληνες, οι παλαιοί μετανάστες επέλεξαν σε ποσοστό 65% την «ευγνωμοσύνη» (για τους νέους το ποσοστό ήταν 52%), 56% την «αγάπη» (55% οι νέοι), και 54% την «αλληλεγγύη» (32% οι νέοι). Λέξεις όπως «φόβος», «θυμός», «απελπισία» έλαβαν μονοψήφια ποσοστά. Σε άλλη, παρόμοια ερώτηση, τόσο οι νέοι όσο και οι παλαιοί μετανάστες αξιολογούν θετικά σε ποσοστό περίπου 70% το ρόλο των Ελλήνων πολιτών στη διαμόρφωση των καταστάσεων που αντιμετωπίζουν στην Ελλάδα. Είναι ενδιαφέρον ότι οι νέοι μετανάστες αξιολογούν πιο θετικά πολλούς από τους άλλους θεσμούς (αστυνομία, κυβέρνηση, τοπική αυτοδιοίκηση, ΜΚΟ), πράγμα που ενδέχεται να σχετίζεται με το ότι οι παλαιότεροι έχουν μια πιο ρεαλιστική αντίληψη της κατάστασης στη χώρα και εκτιμούν αυτούς τους θεσμούς λίγο-πολύ όσο και οι γηγενείς. Οι παλαιοί μετανάστες, εξάλλου, αξιολογούν θετικά τους «εργοδότες» σε τριπλάσιο ποσοστό από τους νέους -εν πολλοίς άνεργους- μετανάστες.

Ζητήθηκε από τους ερωτηθέντες, δε, να επισημάνουν τις βασικές αιτίες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν διαμάχες ανάμεσα σε αυτούς και τους Έλληνες πολίτες. Ο ανταγωνισμός για την εργασία, την εκπαίδευση ή τους πόρους; Οι πολιτισμικές, ιστορικές η θρησκευτικές διαφορές; Οι Γεωργιανοί και οι Σύροι δεν θεώρησαν κανέναν από αυτούς τους παράγοντες αρκετά σοβαρό ώστε να προκαλέσει διχόνοια ανάμεσα σε αυτούς και τους Έλληνες πολίτες, γεγονός που δείχνει πως οι ομάδες αυτές δεν αισθάνονται σημαντικές εντάσεις στις σχέσεις τους με τον ντόπιο πληθυσμό. Για τους Αλβανούς, όμως, ο ανταγωνισμός για επαγγελματικές ευκαιρίες (56%), όπως και ο ιστορικός ανταγωνισμός (42%) θεωρούνται σημαντικοί παράγοντες που επηρεάζουν τη σχέση τους με τους Έλληνες. Οι Αφγανοί, δε, δείχνουν να αποτελούν την ομάδα μεταναστών που αντιμετωπίζει την μεγαλύτερη ένταση με τον ντόπιο πληθυσμό, καθώς ο ανταγωνισμός για επαγγελματικές ευκαιρίες (61%) και πόρους (73%), οι πολιτισμικές διαφορές (54%), ο ιστορικός ανταγωνισμός (34%) και οι θρησκευτικές διαφορές (57%) θεωρήθηκαν από τους Αφγανούς ερωτηθέντες σημαντικοί παράγοντες που προκαλούν διχόνοια ανάμεσα σε αυτούς και τους Έλληνες.

Το θέμα της ψυχικής υγείας, εξάλλου, είναι πάρα πολύ σημαντικό. Από ό,τι φαίνεται οι πρόσφατοι μετανάστες εμφανίζουν σημαντικά ποσοστά δυσκολιών που σχετίζονται με την ψυχική και πνευματική υγεία, μια κατάσταση που δεν βελτιώνεται πάρα πολύ μετά την άφιξή τους στη χώρα μας. Οι παλαιότεροι μετανάστες εμφανίζουν κάπως καλύτερη εικόνα, αλλά και σε αυτούς τα ποσοστά του άγχους και του στρες ήταν πολύ υψηλά (ειδικά οι Αλβανοί αντιμετωπίζουν στρες σε ποσοστό 88%), τόσο πριν την άφιξή τους στη χώρα όσο και μετά, ενώ και σε αυτούς το ποσοστό που δηλώνουν ότι νιώθουν μοναξιά μετά την άφιξή τους στη χώρα μας είναι διπλάσιο σε σχέση με το ποσοστό που δηλώνουν πως ένιωθαν μοναξιά πριν έρθουν. Συνεπώς, είναι σημαντικό να αναγνωριστούν προβλήματα ψυχικής υγείας που βιώνουν, όχι μόνο οι νεότεροι, αλλά και οι παλαιοί μετανάστες.

Αν και η μεγάλη πλειοψηφία παλαιών και νέων μεταναστών δηλώνουν ότι δεν έχουν ζήσει αρνητικές εμπειρίες συστημικών διακρίσεων στην Ελλάδα, και περίπου το 80% όλων των μεταναστών δηλώνουν ότι δεν νιώθουν απειλή από καμία ομάδα, κατά κανόνα οι νέοι μετανάστες δηλώνουν ότι έχουν υποστεί διακρίσεις σε μεγαλύτερα ποσοστά. Σχεδόν 1 στους 4 νέους δηλώνουν πως έχουν υποστεί άρνηση παροχής υπηρεσιών από δημόσιους φορείς (σε σχολεία, νοσοκομεία κ.ά.), πράγμα που έχει συμβεί μόνο σε 1 στους 10 παλαιούς. Τα ποσοστά των νέων είναι μεγαλύτερα και στην άρνηση παροχής υπηρεσιών από ιδιωτικές επιχειρήσεις ή ΜΚΟ, αλλά είναι παρόμοια με των παλαιών (και πολύ μικρά) όσον αφορά εξώσεις, εκβιασμούς ή σωματική βία. Σχεδόν ένας στους πέντε μετανάστες, όμως, (παλαιούς ή νέους) έχουν υποστεί λεκτική βία στην Ελλάδα. Οι παλαιότεροι μετανάστες, δε, έχουν υπάρξει σε μεγαλύτερα ποσοστά θύματα αστυνομικής παρενόχλησης ή σύλληψης/κράτησης. Πρόκειται κυρίως για εμπειρίες μεταναστών αλβανικής καταγωγής κάτι που, όπως γράφουν οι ερευνητές, «πιθανόν αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπιζόταν η μετανάστευση στα ελληνοαλβανικά σύνορα κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000».

Τα συμπεράσματα από όλα αυτά έχουν αναμφίβολο ενδιαφέρον. Οι εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες που ήρθαν τη δεκαετία του ’90, χωρίς καμία υποδομή ή πολιτική ένταξης, κατάφεραν να ενταχθούν στην κοινωνία μας από μόνοι τους. Οι δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες που έφτασαν τα τελευταία χρόνια δεν έχουν την ίδια ζέση να ενταχθούν στην κοινωνία μας, μολονότι η χώρα μας έχει δεσμευτεί να τους κρατήσει, καθώς για τους περισσότερους από αυτούς η Ελλάδα δεν είναι παρά ένας ενδιάμεσος σταθμός. Παράλληλα, η χώρα μας εξακολουθεί να μην έχει αποτελεσματικές δομές και διαδικασίες ένταξης για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, ακόμα και αν υποθέταμε ότι οι ίδιοι θα ήθελαν να μείνουν.

3. Ο γρίφος της ένταξης

Σύμφωνα με αναλύσεις του ΟΟΣΑ, οι μετανάστες που έχουν ενταχθεί στο εργασιακό δυναμικό έχουν μικρότερο ποσοστό εξαρτημένων ατόμων από τον γηγενή πληθυσμό, ενώ παράλληλα ενισχύουν το εργατικό δυναμικό και παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον να ενταχθούν στην αγορά εργασίας από τους γηγενείς πληθυσμούς στην Ε.Ε. Σε πολλές χώρες, δε, όπως και στην Ελλάδα, οι μετανάστες εμφανίζουν μεγαλύτερα ποσοστά αυτοαπασχόλησης και μεγαλύτερα ποσοστά εκκίνησης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων από τους γηγενείς. Η εκμάθηση της γλώσσας, η πολιτική αγωγή (για την εξοικείωση με τους πολιτικούς θεσμούς, τους νόμους και την κουλτούρα του κράτους) και η ένταξη στην αγορά εργασίας είναι τα βασικά στοιχεία της ενσωμάτωσης. Βεβαίως, σε πολλές χώρες χρόνια προβλήματα όπως η κρίση του συνταξιοδοτικού συστήματος και των συστημάτων υγείας και πρόνοιας, η ανεργία, οι ανισότητες, η εγκληματικότητα και η ανομία, η κακή ποιότητα στέγασης και η ελλιπής παροχή δημοσίων υπηρεσιών επηρεάζουν αρνητικά και τους γηγενείς πληθυσμούς, με αποτέλεσμα αυτοί να στρέφονται εναντίον των μεταναστών και των προσφύγων, τους οποίους αντιμετωπίζουν ως ανταγωνιστές ή απειλή. Οι ανησυχίες, οι αντιλήψεις και οι προβληματισμοί των γηγενών πληθυσμών συχνά αντιμετωπίζονται συγκαταβατικά, ως ρατσιστικά ξεσπάσματα, χωρίς να υπάρχει μια προσπάθεια κατανόησης των βαθύτερων αιτίων τους. Ταυτόχρονα, αντιμέτωποι με τη δυσπιστία και τις επιθέσεις από την κοινωνία υποδοχής, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες περιορίζονται σε κοινότητες-γκέτο, οι οποίες αναπαράγουν τα στερεότυπα, τον συμβολικό αποκλεισμό και τον πρακτικό διαχωρισμό διαφορετικών εθνοτικών ομάδων, με αποτέλεσμα την περαιτέρω κατάρρευση της κοινωνικής συνοχής.

Πώς λύνεται αυτό το πρόβλημα; Σχεδόν όλες οι ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου έχουν αναπτύξει πολιτικές ένταξης των μεταναστών και των προσφύγων στην κοινωνία, με διάφορα επίπεδα επιτυχίας.

Σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρώπης, η ένταξη προσφύγων και μεταναστών σε μια κοινωνία έχει τέσσερις πτυχές: την οικονομική, την κοινωνική την πολιτισμική και την πολιτική. Ο τελικός στόχος για κάθε πολιτική μετανάστευσης είναι η απόκτηση ιθαγένειας στη χώρα υποδοχής, και η ενσωμάτωση του πολίτη τρίτης χώρας στις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτισμικές και πολιτικές δομές της χώρας υποδοχής. Πώς γίνεται όμως αυτό; Υπάρχουν διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις.

Το πρώτο μέρος της έρευνας ξεκαθαρίζει μερικά πράγματα σχετικά με σημαντικούς ορισμούς που αφορούν όρους, όπως «ενσωμάτωση», «αφομοίωση» και «πολυπολιτισμικότητα». Η συζήτηση που γίνεται διεθνώς για το θέμα της μετανάστευσης και για το τι μπορούν ή πρέπει να κάνουν οι χώρες με τους μετανάστες που έρχονται, γίνεται κυρίως χρησιμοποιώντας αυτούς τους όρους. Πρέπει μια χώρα να υποχρεώνει τους μετανάστες να μαθαίνουν τη γλώσσα, την ιστορία, τους θεσμούς και την κουλτούρα της, να «ενσωματώνονται» δηλαδή; Ή πρέπει να έχουν το δικαίωμα να διατηρούν στοιχεία της ταυτότητάς τους, συμμετέχοντας σε μια κοινωνία πολυπολιτισμική; Και ποιος πρέπει να αναλάβει το μεγαλύτερο μέρος του βάρους της ενσωμάτωσης -το κράτος και η κοινωνία, ή οι ίδιοι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες; Υπάρχουν διάφορα μοντέλα που ακολουθούνται σήμερα -εντελώς σχηματικά μπορούμε να πούμε πως η Γερμανία κατά κανόνα προσπαθεί να αφομοιώσει τους μετανάστες της εθνικά, η Γαλλία κυρίως πολιτικά, ενώ η Ολλανδία έχει μια πιο πολυπολιτισμική προσέγγιση.

Έρευνες έχουν δείξει ότι σε όλες τις περιπτώσεις η είσοδος μεταναστών σε μια κοινωνία μειώνει το «κοινωνικό κεφάλαιο», την εμπιστοσύνη σε μια κοινωνία. Με την έλευση «ξένων», οι πολίτες κλείνονται στο καβούκι τους. Από ό,τι φαίνεται, πολιτικές ένταξης που είναι αμφίδρομες και εμπλέκουν στη διαδικασία της ενσωμάτωσης τις τοπικές κοινωνίες, βοηθούν στην επαναφορά της εμπιστοσύνης εν καιρώ. Βεβαίως, στη χώρα μας εμφανίζουμε ούτως ή άλλως πολύ χαμηλούς δείκτες εμπιστοσύνης και πολύ χαμηλό κοινωνικό κεφάλαιο, οπότε ξεκινάμε ήδη από μειονεκτική θέση όσον αφορά την αντιμετώπιση του θέματος της ένταξης.

Η θεωρητική συζήτηση που γίνεται στους ακαδημαϊκούς κύκλους πάνω στο θέμα είναι, φυσικά, τεράστια. «Ωστόσο» γράφουν οι ερευνητές, «ένα μεγάλο τμήμα της βιβλιογραφίας αφιερώνεται στη θεωρητική κριτική ή ανάλυση εννοιών όπως η αφομοίωση και η ενσωμάτωση και τη θεωρητική κριτική ή ανάλυση πρακτικών από μια ιδεαλιστική/κανονιστική οπτική, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη κοινωνικές συγκυρίες, πολιτικοί συσχετισμοί και οικονομικοί περιορισμοί -με άλλα λόγια  το πλαίσιο της πραγματικότητας μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η πολιτική ένταξης». Πράγμα που είναι και ο λόγος που κάνουμε στη διαΝΕΟσις αυτές τις έρευνες: για να χαρτογραφήσουμε σε κάποιο βαθμό το «πλαίσιο της πραγματικότητας».

Πολλές χώρες έχουν προσπαθήσει να μεταφράσουν όλη αυτή τη θεωρία σε πράξη, εφαρμόζοντας πολιτικές λύσεις που σε κάποιες περιπτώσεις είχαν θεαματικό αποτέλεσμα. Στη Φινλανδία, για παράδειγμα, το κράτος προσφέρει εκπαιδευτικά τμήματα στα οποία οι μετανάστες διδάσκονται τις φινλανδικές αξίες, θέματα συμπεριφοράς απέναντι στις γυναίκες καθώς και λεπτομέρειες για την φινλανδική ποινική νομοθεσία για θέματα όπως η ενδοοικογενειακή βία. Στη Νορβηγία οι μετανάστες με άδεια παραμονής συμμετέχουν σε ένα διετές πρόγραμμα σχετικά με τη νορβηγική κοινωνία, το οποίο περιλαμβάνει εκατοντάδες ώρες μαθημάτων στη νορβηγική γλώσσα. Οι δήμοι, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και οι τοπικοί φορείς είναι υποχρεωμένοι να οργανώνουν τέτοια εκπαιδευτικά προγράμματα. Στη Γερμανία, ο στόχος του συστήματος είναι η επιτυχημένη ένταξη των μεταναστών στην αγορά εργασίας μέσα σε 3-5 χρόνια. Προσφέρονται μαθήματα γερμανικών καθώς και τεχνική επαγγελματική κατάρτιση σε εταιρείες, στο πλαίσιο του συστήματος τεχνικής εκπαίδευσης της χώρας, αλλά και άλλες μορφές υποστήριξης, όπως κάρτα απεριορίστων διαδρομών στα ΜΜΜ, δωρεάν περίθαλψη και οικονομική υποστήριξη. Στη Σουηδία προσφέρεται στέγαση και μαθήματα στη σουηδική γλώσσα για 1,5 χρόνο. Στον Καναδά οι συγγενείς εγκαταστημένων μεταναστών γίνονται δεκτοί, αλλά δεν έχουν άλλα δικαιώματα πλέον εκπαιδευτικών προγραμμάτων για την εκμάθηση της γλώσσας. Οι πρόσφυγες, αντίθετα, δικαιούνται και οικονομική υποστήριξη και στέγαση.

Υπάρχουν, δε, και εκατοντάδες πρωτοβουλίες από φορείς και ΜΚΟ που προσφέρουν συγκεκριμένα προγράμματα και βοηθούν στην ένταξη των μεταναστών στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η έρευνα καταγράφει πολλές από αυτές τις προσπάθειες, από το «σπίτι των δημοσιογράφων» στη Γαλλία μέχρι το πρόγραμμα «ΧΕΙΧ» που τρέχουν εμπορικές επιχειρήσεις της Ισπανίας.

4. Κι εμείς τι κάνουμε;

Πολλοί δεν γνωρίζουν ότι η χώρα μας έχει Εθνική Στρατηγική για την ένταξη των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία (PDF), και μάλιστα ότι αυτή προηγήθηκε της πρόσφατης προσφυγικής κρίσης. Όχι κατά πολύ: υιοθετήθηκε μόλις το 2013 (και ανανεώθηκε το 2018). Εκτός από την Εθνική Στρατηγική, η χώρα μας είχε κάποιες προϋπάρχουσες μεμονωμένες δομές, όπως τα Συμβούλια Ένταξης Μεταναστών (ΣΕΜ) που είναι συμβουλευτικές δομές σε κάθε δήμο της χώρας, με αρμοδιότητα να καταγράφουν τα προβλήματα και τις ανάγκες των νόμιμων μεταναστών και να χαράσσουν την ενταξιακή πολιτική του δήμου, και τις Υπηρεσίες Μιας Στάσης, κάτι σαν ΚΕΠ για τις γραφειοκρατικές ανάγκες των μεταναστών (αιτήσεις, ανανεώσεις και χορηγήσεις αδειών παραμονής, για παράδειγμα). Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια ανανεώθηκαν τόσο ο νόμος για την Ιθαγένεια (4332/2015) όσο και ο μεταναστευτικός νόμος (4375/2016) ενώ το Υπουργείο Παιδείας εκπόνησε ένα πρόγραμμα για την ένταξη των παιδιών μεταναστών και προσφύγων σε ελληνικά σχολεία (το 2016 -και, κάτι εντελώς ασυνήθιστο για την ελληνική πραγματικότητα, προχώρησε και στην αξιολόγηση του προγράμματος την επόμενη σχολική χρονιά) και ολοκληρώθηκε μια πρώτη καταγραφή των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στη χώρα (ΘΑΛΗΣ ΙΙ).

Ωστόσο, όλες αυτές οι κινήσεις μαζί (παρά τις φωτεινές εξαιρέσεις του προγράμματος του υπουργείου Παιδείας και του ΘΑΛΗ ΙΙ) δεν συνθέτουν μια ολοκληρωμένη και αποτελεσματική μεταναστευτική πολιτική για τη χώρα μας. Τόσο τα ΣΕΜ όσο και οι Υπηρεσίες μιας Στάσης υπολειτουργούν, οι νόμοι για την ιθαγένεια και τη μετανάστευση απλά ευθυγραμμίζουν την ελληνική νομοθεσία με την κοινοτική οδηγία, ενώ η «Εθνική Στρατηγική» του 2013, η οποία επίσης προέκυψε από τις απαιτήσεις της Ε.Ε., περιορίζεται σε μια γενικόλογη και συνοπτική καταγραφή μέτρων για την επίτευξη βασικών στόχων που έχουν προσδιοριστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Να πούμε, εξάλλου, ότι η Εθνική Στρατηγική του 2013 προωθούσε σαφώς τη δομική ενσωμάτωση των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία, προτιμώντας την από την απλή ενσωμάτωση ή την απλή συνύπαρξη στο πλαίσιο μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Στην Εθνική Στρατηγική του 2018, ωστόσο, η φιλοσοφία ένταξης είναι πιο αμφίδρομη και θέτει ως τελικό στόχο τη «διαπολιτισμικότητα», δηλαδή την αμοιβαία προσπάθεια γηγενών και μεταναστών να βρουν κοινά σημεία αναφοράς με σεβασμό στις όποιες πολιτισμικές ιδιαιτερότητες. Τα μέτρα που περιλαμβάνει, δε, είναι πιο συγκεκριμένα και ορίζουν με περισσότερες λεπτομέρειες τις δράσεις και τις διαδικασίες για την υποδοχή των μεταναστών, για τη συνεργασία κεντρικού κράτους και τοπικής αυτοδιοίκησης για την ομαλή ένταξη από τους δήμους, για την παροχή υποστήριξης, γλωσσικής και πολιτισμικής εκπαίδευσης σε παιδιά και ενηλίκους, για την απασχόληση και την κοινωνική ένταξη, για την προστασία των ευάλωτων ομάδων και για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Ωστόσο, ακόμα και αυτό το κείμενο παραμένει στο επίπεδο καταγραφής, χωρίς λεπτομερή επιχειρησιακό σχεδιασμό, χωρίς χρονοδιάγραμμα, κοστολόγηση, προβλέψεις για χρηματοδότηση και μηχανισμούς αξιολόγησης.

Τα πολλά λειτουργικά και θεσμικά κενά που προκύπτουν, λοιπόν, θα πρέπει να καλυφθούν. Αλλά πριν αναφέρουμε τις συγκεκριμένες προτάσεις αξίζει να θίξουμε και ένα άλλο σημαντικό θέμα: Τα χρήματα.

Όπως ίσως έχετε ακούσει (και αναφέραμε και παραπάνω) η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δαπανήσει πολλά χρήματα για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Αυτά τα χρήματα δεν είναι ΕΣΠΑ. Δεν προέρχονται από την ΚΑΠ ούτε από τον κανονικό προϋπολογισμό της Ε.Ε. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει στήσει τέσσερις διαφορετικές πηγές χρηματοδότησης δράσεων για την καταπολέμηση της προσφυγικής κρίσης, η κάθε μία από τις οποίες καλύπτει διαφορετικές ανάγκες.

Το Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης (ΤΑΜΕ-AMIF στα αγγλικά) στοχεύει στη βελτίωση των υποδομών υποδοχής και την αναβάθμιση των υποδομών και των διαδικασιών ασύλου, καθώς και στην ένταξη των μεταναστών σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο.

Το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας (ΤΕΑ-ISF στα αγγλικά) χρηματοδοτεί τις δράσεις ελέγχου των εξωτερικών συνόρων και την καταπολέμηση του διασυνοριακού οργανωμένου εγκλήματος.

Το Μέσο Στήριξης Έκτακτης Ανάγκης (ESI) χρηματοδοτεί με πολύ γρήγορο τρόπο δράσεις ΜΚΟ, οργανώσεις του ΟΗΕ και διεθνείς οργανισμούς για την ανταπόκριση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας στα κράτη-μέλη.

Τέλος, επείγουσα βοήθεια για συγκεκριμένες δράσεις μπορεί να προσφέρεται και μέσω του AMIF και του ISF. Τέτοια βοήθεια ύψους 233 εκ. ευρώ έχουν εξασφαλίσει πέντε ελληνικά υπουργεία (Άμυνας, Υγείας, Εσωτερικών, Υποδομών και Μεταφορών και Μεταναστευτικής Πολιτικής).

Από το 2015 και μέχρι τα τέλη του 2018 είχαν διατεθεί στην Ελλάδα περίπου 1,69 δισ. ευρώ. Τα χρήματα είχαν κατανεμηθεί ως εξής:

  • 561 εκατ. σε Εθνικά Προγράμματα (322,8 εκατ. από το AMIF και 238,2 εκατ. από το ISF), εκ των οποίων μέχρι τα τέλη του 2018 είχαν εκταμιευτεί μόνο τα 164 εκατ.
  • 480 εκατ. ως επείγουσα βοήθεια (233 εκατ. στις ελληνικές αρχές, τα υπόλοιπα στην UNHCR και άλλους θεσμούς) από το AMIF και το ISF, εκ των οποίων είχαν εκταμιευτεί μέχρι το τέλος του 2018 τα 342 εκατ.
  • 650 εκατ. από το ESI προς διεθνείς οργανισμούς και ΜΚΟ, εκ των οποίων είχαν συμβασιοποιηθεί τα 605,3 εκατ.

Όσον αφορά για τις λύσεις; Πρώτα απ’ όλα, αξίζει να αναφέρουμε το πρόγραμμα για την εκπαίδευση των παιδιών, που αναφέρθηκε και παραπάνω. Το 2016 20.000 προσφυγόπουλα εντάχθηκαν σε 800 τάξεις υποδοχής, κάνοντας μαθήματα τις απογευματινές ώρες. Ήταν ένα σημαντικό πρόγραμμα, όχι μόνο επειδή υλοποιήθηκε, αλλά γι’ αυτό που συνέβη μετά. Το 2017 η Επιστημονική Επιτροπή για τη Στήριξη των Παιδιών των Προσφύγων εξέδωσε έκθεση αποτίμησης του προγράμματος, καταγράφοντας μια σειρά από σοβαρές δυσλειτουργίες και ελλείψεις (από την έλλειψη οργανογράμματος μέχρι αστοχίες στην επιλογή σχολείων για τις τάξεις) και κατέληξε σε μια σειρά από προτάσεις για τη διόρθωσή τους. Μια πρώτη πρόταση που προκύπτει από τη μελέτη είναι η χρησιμοποίηση αυτής της αξιολόγησης για το σχεδιασμό ενός πιο αποτελεσματικού προγράμματος εκπαίδευσης των παιδιών αυτών.

Για τα υπόλοιπα θέματα, στο προτελευταίο κεφάλαιο της μελέτης οι ερευνητές αποτυπώνουν μια σειρά από προτάσεις πολιτικής οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:

  • Παροχή στέγης σε διαμερίσματα και διασπορά των προσφύγων σε διάφορες περιοχές της χώρας, με σεβασμό τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους.
  • Πλήρης λειτουργία των Συμβουλίων Ένταξης Μεταναστών σε όλους τους Δήμους της χώρας, καθώς είναι σημαντικό να δοθεί συμβουλευτικός ρόλος στους ίδιους τους μετανάστες και πρόσφυγες για θέματα που τους αφορούν άμεσα.
  • Πλήρης λειτουργία των Υπηρεσιών μιας Στάσης για πρόσφυγες και μετανάστες.
  • Εισαγωγή του θεσμού του διαπολιτισμικού μεσολαβητή για τη διευκόλυνση των μεταναστών στην επικοινωνία με το κράτος.
  • Εισαγωγή συστήματος αξιολόγησης δεξιοτήτων με την επέκταση του «Ευρωπαϊκού Διαβατηρίου για τα Προσόντα των Προσφύγων» σε συνεργασία με αντίστοιχες διακυβερνητικές δομές (ή αυτόνομα) ώστε καταρτισμένοι πρόσφυγες και μετανάστες να μπορέσουν να ενταχθούν γρήγορα στην αγορά εργασίας. Μια πρώτη πιλοτική εφαρμογή το 2017 χορήγησε 73 τέτοια διαβατήρια σε υποψηφίους.
  • Διασφάλισης πρόσβασης παιδιών σε τοπικές σχολικές μονάδες στα πλαίσια της αμφίδρομης ένταξης. Ενσωμάτωση βασικών αρχών σεβασμού της διαφορετικότητας στο σχολικό αναλυτικό πρόγραμμα.
  • Παροχή μαθημάτων ελληνικής γλώσσας σε όλους τους ενήλικες μετανάστες.
  • Εξασφάλιση διαφάνειας στη διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων. Αύξηση ρυθμού απορρόφησης και καλύτερος συντονισμός των ΜΚΟ που χρηματοδοτούνται από τις ελληνικές αρχές.
  • Καλύτερη ιεράρχηση και στόχευση στην κατανομή των κονδυλίων και αξιολόγηση των δράσεων. Κεντρικός στρατηγικός σχεδιασμός (ως προς την εκταμίευση, τον προορισμό και την αιτιολόγηση), λεπτομερής ανάλυση των πηγών χρηματοδότησης και χρηματοδοτικό προγραμματισμό των δράσεων με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.
  • Δημιουργία αξιόπιστου συστήματος για την καταγγελία φαινομένων απάτης.
  • Συμβουλευτική υποστήριξη σε ελληνικούς φορείς μέσω εργαλειοθήκης για την εισαγωγή ενταξιακών δράσεων σε ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά προγράμματα.

5. Ένα δύσκολο πρόβλημα

Μολονότι το πρόβλημα της μετανάστευσης είναι δύσκολο, πολύπλοκο και γεμάτο αριθμούς, απόψεις και συναίσθημα, αξίζει να θυμόμαστε ότι στον πυρήνα του πρόκειται για ένα παγκόσμιο και διαχρονικό φαινόμενο το οποίο, τελικά, αφορά πραγματικούς ανθρώπους και τις φιλοδοξίες, τις ανάγκες και τις επιλογές που κάνουν αυτοί για τη ζωή τους. Στο τέλος της μελέτης οι ερευνητές φέρνουν τη συζήτηση σε αυτό το πλαίσιο, μεταφέροντάς μας την ιστορία του Μοχάμεντ, ενός Σύρου πρόσφυγα, όπως την αφηγήθηκε στον αμερικανό φωτογράφο και δημιουργό του «Humans of New York», Μπράντον Στάντον.

Αφού λοιπόν διαβάσετε τα στοιχεία και τα νούμερα, τις καλές πρακτικές, το θεσμικό πλαίσιο και τις προτάσεις πολιτικής, αξίζει τον κόπο να διαβάσετε και την ιστορία ενός ανθρώπου που δραπέτευσε από τη χώρα του για να αποφύγει την εκτέλεση και, μετά από μια σειρά από οικογενειακές τραγωδίες, την εξαπάτηση από έναν διακινητή, ένα ναυάγιο στο Αιγαίο, τρεις φρικτές ημέρες σε αστυνομικό τμήμα της Σαμοθράκης, και τρεις εβδομάδες με τα πόδια προς τα σύνορα με την Αλβανία, έφτασε τελικά σε μια ευρωπαϊκή χώρα με υποδομές και αποτελεσματική πολιτική ένταξης. Ο Μοχάμεντ σήμερα είναι πολίτης της Αυστρίας και μπορεί να διεκδικήσει μια καλύτερη ζωή, παρ’ όλα τα τραύματα που έχουν μείνει μέσα του. «Τώρα μισώ τη θάλασσα», λέει. «Δεν θέλω να κολυμπάω, δεν θέλω ούτε να τη βλέπω. Μισώ ό,τι έχει σχέση με αυτή».

ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ & ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ


ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (PDF)

Related posts

Τα βραβεία του ΟΗΕ για το κλίμα

money

Συνάντηση Μητσοτάκη με Ευρωπαίους ηγέτες, κατά τη Σύνοδο Κορυφής

money

Συμφωνία Τουρκίας-ΗΠΑ για τη ζώνη ασφαλείας της Συρίας

money

Κόβει 10.000 θέσεις εργασίας η βρετανική HSBC

money

Η Ευρώπη σε συναγερμό καθώς η πανώλη των χοίρων σαρώνει την Ασία

money

Πρωταθλητές οι Έλληνες στην οικονομία οδήγησης υβριδικών ΙΧ

money